Οι υπουργοί Εξωτερικών 12 δυτικών χωρών φαίνεται να έχουν αποφασίσει ότι ο καλύτερος τρόπος για την προώθηση της ειρήνης μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων είναι να τιμωρήσουν τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε εβραϊκές κοινότητες στη Δυτική Όχθη.
Δεν μπορεί παρά να αναρωτιέται κανείς σε ποιον πλανήτη ζουν αυτοί οι υπουργοί.
Στις 8 Σεπτεμβρίου, ο Καναδάς, η Γαλλία, η Ισλανδία, η Δανία, η Φινλανδία, η Νορβηγία, η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Σουηδία, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο εξέδωσαν κοινή δήλωση στην οποία αναφέρουν ότι προτίθενται να θεσπίσουν ή να υποστηρίξουν περιορισμούς στο εμπόριο αγαθών που παράγονται σε εβραϊκούς οικισμούς.
Οι υπουργοί δήλωσαν ότι «οι ενέργειες του Ισραήλ στη Δυτική Όχθη υπονομεύουν την πιθανότητα μιας λύσης δύο κρατών», και ότι «η λύση των δύο κρατών πρέπει να προστατευθεί, και γι αυτό θα αναλάβουμε δράση».
Καταδίκασαν επίσης την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 εναντίον του Ισραήλ, υπό την ηγεσία της Χαμάς, και την χαρακτήρισαν ως «τη χειρότερη αντισημιτική σφαγή μετά το Ολοκαύτωμα».
Και εδώ έρχεται το εκπληκτικό. Αφού αναγνώρισαν τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου, αυτές οι δυτικές κυβερνήσεις εξακολουθούν να επιμένουν ότι η λύση είναι η επιτάχυνση της δημιουργίας ενός παλαιστινιακού κράτους δίπλα στο Ισραήλ.
Πρόκειται για μια πολιτική φαντασίωση. O βρετανός δημοσιογράφος Τζόναθαν Σακερντότι ρωτά εύστοχα το εξής: «Και αν οι Παλαιστίνιοι δεν θέλουν δύο κράτη, και ποτέ δεν τα ήθελαν;»
Το προγραμματισμένο μποϊκοτάζ αποδεικνύει απλώς πόσο αποκομμένες είναι αυτές οι κυβερνήσεις από τις ανθρώπινες και οικονομικές πραγματικότητες επί τόπου.
Σύμφωνα με την Κεντρική Στατιστική Υπηρεσία της Παλαιστίνης, περίπου 20400 Παλαιστίνιοι από τη Δυτική Όχθη εργάζονταν σε εβραϊκούς οικισμούς το τέταρτο τρίμηνο του 2025 —αριθμός αυξημένος σε σχέση με τους 16000 του προηγούμενου τριμήνου.
Οι Παλαιστίνιοι εργαζόμενοι που απασχολούνται στο Ισραήλ και στους εβραϊκούς οικισμούς της Δυτικής Όχθης εισέπρατταν κατά μέσο όρο ημερομίσθιο 256,90 σέκελ (περίπου 85 δολάρια) το εν λόγω τρίμηνο.
Πρόκειται για παλαιστίνιους άνδρες και γυναίκες που συντηρούν τις οικογένειές τους. Οι περισσότεροι είναι ευχαριστημένοι που απασχολούνται σε ισραηλινές επιχειρήσεις, καθώς λαμβάνουν υψηλότερους μισθούς και απολαμβάνουν περισσότερα εργασιακά δικαιώματα σε σύγκριση με παλαιστινιακές επιχειρήσεις.
Ένα μποϊκοτάζ των επιχειρήσεων που ανήκουν σε Εβραίους στους οικισμούς της Δυτικής Όχθης δεν αποτελεί, επομένως, μια ανώδυνη διπλωματική χειρονομία που στοχεύει αποκλειστικά στους «εποίκους». Επηρεάζει τους παλαιστίνιους εργαζόμενους, των οποίων η διαβίωση εξαρτάται από αυτές τις επιχειρήσεις.
Η υποκρισία είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή, καθώς Παλαιστίνιοι και Ισραηλινοί εργάζονται μαζί σε πολλά μέρη σε ολόκληρη τη Δυτική Όχθη.
Ας πάρουμε ως παράδειγμα την ισραηλινή αλυσίδα σούπερ μάρκετ Rami Levy. Τα καταστήματά της απασχολούν εδώ και καιρό παλαιστίνιους και ισραηλινούς Άραβες παράλληλα με εβραίους Ισραηλινούς. Η εταιρεία έχει δηλώσει ότι ακολουθεί πολιτική πρόσληψης παλαιστίνιων και ισραηλινών Αράβων εργαζομένων, και ίσης μεταχείρισης όλων των εργαζομένων της. Υπολογίζεται ότι περίπου το ήμισυ των περίπου 4000 υπαλλήλων της αλυσίδας ήταν παλαιστίνιοι και ισραηλινοί Άραβες.
«Πιστεύω στην πραγματική συνύπαρξη», δήλωσε ο ιδιοκτήτης, Ράμι Λέβι. «Όλοι οι υπάλληλοι στα καταστήματά μας προσλαμβάνονται χωρίς διακρίσεις λόγω θρησκείας, φυλής ή εθνικότητας, με ισότιμο τρόπο».
Αυτή η επιτυχημένη αποδοχή και ο αμοιβαίος σεβασμός είναι αυτό που η εκστρατεία μποϊκοτάζ παραβλέπει βολικά.
Ενώ οι πολιτικοί στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δίνουν μαθήματα στους Ισραηλινούς και τους Παλαιστινίους για τη συνύπαρξη, οι Ισραηλινοί και οι Παλαιστίνιοι την εφαρμόζουν ήδη σε αμέτρητους χώρους εργασίας.
Υπάρχουν εργοστάσια, σούπερ μάρκετ, εστιατόρια, οινοποιεία και άλλες επιχειρήσεις που ανήκουν σε Εβραίους στη Δυτική Όχθη, στις οποίες Παλαιστίνιοι και Ισραηλινοί εργάζονται μαζί. Αυτοί οι χώροι εργασίας μπορεί να μην συνιστούν μια πολιτική ειρηνευτική συμφωνία, αλλά αντιπροσωπεύουν κάτι που οι εκστρατείες μποϊκοτάζ καταστρέφουν: την κανονική ανθρώπινη επαφή και την οικονομική συνεργασία.
Τα μποϊκοτάζ δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Και σίγουρα δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την αναγνώριση του Ισραήλ από τους Παλαιστίνιους.
Φαίνεται ότι οι προηγούμενες εμπειρίες δεν έχουν διδάξει τίποτα στις δυτικές κυβερνήσεις,
Όταν η SodaStream μετέφερε το εργοστάσιό της από το Μαάλε Αδουμίμ στο νότιο Ισραήλ, υπό την έντονη πίεση του κινήματος «Μποϊκοτάζ, Απόσυρση Επενδύσεων και Κυρώσεις» (BDS), περίπου 500 παλαιστίνιοι εργαζόμενοι έχασαν τις δουλειές τους.
Όποια και αν είναι η θέση κάποιου σχετικά με τους οικισμούς, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς η στέρηση θέσεων εργασίας από τους Παλαιστινίους συμβάλλει στην ευημερία τους ή στη συμφιλίωση μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων.
Ισχύει ακριβώς το αντίθετο.
Οι εξτρεμιστές Παλαιστίνιοι δεν θεωρούν το Ισραήλ ως μια χώρα δίπλα στην οποία επιθυμούν να δημιουργήσουν το δικό τους κράτος. Θεωρούν ολόκληρο το Ισραήλ ως έναν μεγάλο οικισμό, που πρέπει να εκριζωθεί μόνιμα και να αντικατασταθεί το συντομότερο δυνατό.
Τα μποϊκοτάζ ενθαρρύνουν τον διαχωρισμό. Μεταδίδουν στους Ισραηλινούς και στους Παλαιστίνιους το μήνυμα ότι η συνεργασία είναι κάτι ντροπιαστικό και όχι κάτι που πρέπει να ενθαρρύνεται. Εξυπηρετούν επίσης την ατζέντα των τζιχαντιστών και των εξτρεμιστών που αντιτίθενται σε οποιαδήποτε ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ Αράβων και Εβραίων.
Αυτοί οι εξτρεμιστές δεν διαφέρουν καθόλου από τους τζιχαντιστές στην Ευρώπη που βιάζουν, σφαγιάζουν και αποκεφαλίζουν τους πολίτες των ίδιων χωρών οι οποίες τώρα απαιτούν από το Ισραήλ να ανεχθεί αυτούς τους τρομοκράτες που οι ίδιες δέχονται τόσο αφελώς.
Η Χαμάς, η Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ και άλλες ισλαμιστικές τρομοκρατικές οργανώσεις δεν επιδιώκουν περισσότερη οικονομική συνεργασία μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Επιδιώκουν την αντιπαράθεση, τον διαχωρισμό και, τελικά, την εξόντωση των απίστων στις ίδιες χώρες που τώρα προσπαθούν να τους ενισχύσουν.
Γιατί οι δυτικές κυβερνήσεις υιοθετούν πολιτικές που δυσκολεύουν τη συνεργασία μεταξύ Παλαιστινίων και Ισραηλινών;
Η δήλωση των 12 δυτικών χωρών είναι ακόμη πιο αποκομμένη από την πραγματικότητα όσον αφορά τη λεγόμενη «λύση των δύο κρατών». Εδώ και δεκαετίες, οι δυτικές κυβερνήσεις επαναλαμβάνουν αυτή τη φράση σαν να πιστεύουν ότι το αν την λένε συχνά θα την κάνει πραγματικότητα —ή ακόμα και θα την μετατρέψει σε καλή ιδέα.
Τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου θα έπρεπε να είχαν αλλάξει τη συζήτηση. Η Χαμάς δεν περιορίστηκε απλώς στο να ξεκινήσει έναν ακόμη γύρο συγκρούσεων. Πέρασε ένα διεθνώς αναγνωρισμένο σύνορο από τη Γάζα προς το Ισραήλ και διέπραξε μια σφαγή, κατά την οποία δολοφόνησε 1200 Ισραηλινούς και αλλοδαπούς, απήγαγε 251 άτομα ως ομήρους και υπέβαλε χιλιάδες σε φρικτές πράξεις βίας, σε βασανιστήρια και βιασμούς.
Η Χαμάς διοικούσε αυτόνομα τη Λωρίδα της Γάζας από το 2007, ένα έτος μετά την αποχώρηση του Ισραήλ από τη Γάζα, εκδιώκοντας χιλιάδες Εβραίους κατοίκους και αφήνοντας τη διοίκηση της περιοχής στους Παλαιστίνιους.
Η Χαμάς μετέτρεψε τη Γάζα σε μια βαριά οπλισμένη ισλαμιστική πολεμική μηχανή, με 350 μίλια υπόγειων τούνελ τρομοκρατίας και κέντρα διοίκησης μέσα σε νοσοκομεία.
Το αποτέλεσμα ήταν τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023.
Παρόλα αυτά, πολλές δυτικές κυβερνήσεις φαίνεται να πιστεύουν ότι θα πρέπει να παραχωρηθεί και πάλι στους Παλαιστίνιους έδαφος στο οποίο θα μπορούσε να εγκατασταθεί μια εχθρική τζιχαντιστική οργάνωση με γενοκτονικό καταστατικό, προκειμένου να δημιουργήσει μια άλλη πολεμική μηχανή.
Το ερώτημα που θα έπρεπε να θέτουν οι δυτικοί ηγέτες δεν είναι «πώς μπορούμε να ιδρύσουμε ένα παλαιστινιακό κράτος;». Τα ερωτήματα που θα έπρεπε να θέτουν είναι τα εξής: τι είδους παλαιστινιακό κράτος θα ιδρυθεί, ποιος θα το ελέγχει, πώς θα είναι οι δυνάμεις ασφαλείας του, ποιες θα είναι οι σχέσεις του με τη Χαμάς και την Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ, και ποιες εγγυήσεις θα αποτρέψουν το κράτος αυτό από το να μετατραπεί σε μια ακόμη ένοπλη βάση για επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ;
Αυτά είναι ερωτήματα που γράφτηκαν με αίμα στις 7 Οκτωβρίου.
Δεν μπορεί να ιδρυθεί παλαιστινιακό κράτος χωρίς θεμελιώδεις αλλαγές σε ολόκληρη την παλαιστινιακή πολιτική κουλτούρα, η οποία σήμερα υπάρχει αποκλειστικά για να εξυμνεί την τρομοκρατία, τη βία και τη σφαγή των Εβραίων —και, παρεμπιπτόντως, αργότερα και των Χριστιανών.
Οποιαδήποτε περιοχή στην οποία οι τρομοκρατικές ομάδες δεν έχουν αποστρατιωτικοποιηθεί πλήρως θα αποτελεί απλώς ορμητήριο από το οποίο θα συνεχίζονται οι επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ.
Αυτός ο στόχος είναι πιθανώς ο λόγος για τον οποίο χώρες που επιθυμούν την εξάλειψη του Ισραήλ —εκτός από τις ευρωπαϊκές— όπως η Τουρκία, το Κατάρ, το Πακιστάν και η Σαουδική Αραβία, επιδιώκουν να συμμετάσχουν σε ένα «Συμβούλιο Ειρήνης». Θα τοποθετηθούν ακριβώς στα σύνορα του Ισραήλ για να περιμένουν μερικούς μήνες μέχρι να αποχωρήσει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.
Το μικρό και ευάλωτο μέγεθος του Ισραήλ —είναι μικρότερο από το Τζιμπουτί— καθιστά τον κίνδυνο ιδιαίτερα σοβαρό. Ένα παλαιστινιακό κράτος στην ορεινή Δυτική Όχθη θα είχε θέα στην πυκνοκατοικημένη παράκτια πεδιάδα του Ισραήλ και θα βρισκόταν ακριβώς δίπλα στην Ιερουσαλήμ και στα κύρια αστικά κέντρα του Ισραήλ.
Οι δυτικές κυβερνήσεις δεν θα ανέχονταν μια ισλαμιστική τρομοκρατική οργάνωση να ιδρύει ένα βαριά οπλισμένο κράτος ή μια, κατά κάποιον τρόπο, κρατική οντότητα στα ίδια τους τα σύνορα. Γιατί να το ανεχτεί το Ισραήλ;
Θα δέχονταν οι Βρετανοί έναν ισλαμιστικό στρατό να δραστηριοποιείται ακριβώς έξω από το Λονδίνο; Θα δέχονταν οι Γάλλοι μια τρομοκρατική οργάνωση, οπλισμένη και χρηματοδοτούμενη από κρατικά επενδυτικά ταμεία υπό τη διοίκηση τζιχαντιστών, να εγκαθίσταται στα προάστια του Παρισιού; Θα ανεχόταν ο Καναδάς έναν εχθρικό ιρανικό πληρεξούσιο να ελέγχει έδαφος στα σύνορά του; Αν το έκαναν, δεν θα έπρεπε.
Στους Ισραηλινούς, ωστόσο, λέγεται επανειλημμένα ότι πρέπει να συμβιβαστούν με αυτόν τον κίνδυνο.
Αν οι δυτικές κυβερνήσεις επιθυμούν πραγματικά να βοηθήσουν τους Παλαιστίνιους, θα πρέπει να σταματήσουν να αντιμετωπίζουν ένα παλαιστινιακό κράτος ως τον απώτερο στόχο, και να αρχίσουν να μιλούν για τη σημασία της ελευθερίας του λόγου και του Τύπου, του διαχωρισμού τεμένους και κράτους, τη σημασία ενός σοβαρού εκπαιδευτικού συστήματος που θα προετοιμάζει τους νέους για εργασίες με καλές αποδοχές, επιχειρήσεων με προοπτικές ανάπτυξης, ενός δικαστικού συστήματος που θα απονέμει ίση δικαιοσύνη σύμφωνα με το νόμο, καθώς και μιας κυβέρνησης που θα λογοδοτεί πραγματικά στο κοινό και θα ανταποκρίνεται στις παραγωγικές ανάγκες των πολιτών της —και όχι ενός καθεστώτος που προωθεί τη δολοφονία, το μαρτύριο και τον θάνατο.
Οι όροι θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν την αναγνώριση από την πλευρά των Παλαιστίνιων του δικαιώματος του Ισραήλ στην ύπαρξη, την εγκατάλειψη της τρομοκρατίας και της τζιχαντιστικής ιδεολογίας, τη διάλυση και τον αφοπλισμό όλων των τρομοκρατικών οργανώσεων, τον τερματισμό της υποκίνησης εναντίον του Ισραήλ και των Εβραίων στα σχολεία και τα τζαμιά, τη σοβαρή μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος της Παλαιστινιακής Αρχής, μια διαφανή και υπεύθυνη διακυβέρνηση, καθώς και τον τερματισμό της διαφθοράς και της κατάχρησης της διεθνούς βοήθειας.
Πάνω απ' όλα, οι παλαιστίνιοι ηγέτες πρέπει να αποδείξουν ότι επιθυμούν να οικοδομήσουν μια κοινωνία, και όχι να καταστρέψουν μια άλλη.
Δεν πρέπει να ενθαρρυνθούν οι Παλαιστίνιοι να πιστεύουν ότι η τρομοκρατία αποτελεί το σύντομο δρόμο προς την ίδρυση κράτους. Διαφορετικά, το μήνυμα της 7ης Οκτωβρίου γίνεται επικίνδυνα σαφές, και για τη Δύση επίσης: δολοφονήστε Εβραίους, Χριστιανούς και άλλους άπιστους, απαγάγετέ τους, βιάστε τους και σφαγιάστε τους —και τελικά η διεθνής κοινότητα θα σας ανταμείψει με ένα κράτος.
Ο Μπασάμ Ταουίλ είναι μουσουλμάνος Άραβας που ζει στη Μέση Ανατολή. Το έργο του πραγματοποιείται χάρη στη γενναιόδωρη δωρεά ενός ζευγαριού που επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμο. Το Gatestone εκφράζει την βαθιά του ευγνωμοσύνη.
