Για άλλη μια φορά, μεγάλα τμήματα της διεθνούς κοινότητας, από τα Ηνωμένα Έθνη έως τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, φαίνονται είτε απρόθυμα είτε ανίκανα να αντιμετωπίσουν τη βασική και άβολη πραγματικότητα ότι η τελευταία κλιμάκωση των εχθροπραξιών δεν ξεκίνησε με το Ισραήλ. Ξεκίνησε με τη Χεζμπολάχ.
Αυτή η σιωπή —ή στην καλύτερη περίπτωση, η επιλεκτική αποδοχή— όταν, χωρίς πρόκληση, εκτοξεύτηκαν πύραυλοι στο Ισραήλ, έρχεται σε έντονη αντίθεση με την άμεση οργή όταν το Ισραήλ απαντά. Αυτή η ανισορροπία δεν είναι απλώς ανέντιμη. Διαστρεβλώνει τα θεμέλια του τρόπου με τον οποίο κατανοούνται συγκρούσεις όπως αυτή.
Πρέπει να ξεκινήσουμε με το απλό αλλά κρίσιμο γεγονός ότι δεν υπήρχε ενεργή, μεγάλης κλίμακας σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ κατά την έναρξη της τρέχουσας κλιμάκωσης. Ωστόσο, το Ισραήλ αντιμετώπιζε άμεσες απειλές και επιθέσεις σε μια ευρύτερη αντιπαράθεση με το Ιράν. Ακριβώς τότε —όταν το Ισραήλ βρισκόταν υπό πίεση— η Χεζμπολάχ επέλεξε να δράσει. Η χρονική στιγμή αντικατοπτρίζει μια υπολογισμένη απόφαση να ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο εναντίον του Ισραήλ με σαφή πρόθεση να εντείνει την πίεση στην άμυνά του.
Τι θα έκανε οποιαδήποτε άλλη χώρα αν δεχόταν επίθεση από έναν εχθρό, και ξαφνικά αντιμετώπιζε πυραυλικές επιθέσεις στις πόλεις και τις κωμοπόλεις της; Θα κοίταζε απλώς τον ουρανό και θα παρακολουθούσε;
Προφανώς κανένα κράτος —είτε στην Ευρώπη, είτε στην Ασία ή στην Αμερική —δεν θα ανεχόταν μια τέτοια κατάσταση. Η φαινομενική προσδοκία ότι το Ισραήλ, μικρότερο από την πολιτεία του Νιου Τζέρσεϊ (περίπου 22.000 τετραγωνικά χλμ.), θα έπρεπε να απορροφήσει τέτοιες επιθέσεις χωρίς να δώσει μια αποφασιστική απάντηση δεν είναι μόνο μη ρεαλιστική, αλλά είναι θεμελιωδώς ασύμβατη με τον τρόπο που η κυριαρχία και η αυτοάμυνα γίνονται παγκοσμίως κατανοητές.
Η Χεζμπολάχ δεν είναι απλώς κάποια ανεξάρτητη δύναμη που δρα μεμονωμένα. Κατά την ίδια της την παραδοχή, ιδρύθηκε, είναι συνυφασμένη και εξαρτάται από την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν.
«Η Χεζμπολάχ προέκυψε μετά την Ισλαμική Επανάσταση του Ιράν το 1979», σύμφωνα με τον ειδικό σε θέματα Μέσης Ανατολής Χουσεΐν Αμπντούλ-Χουσεΐν, «ως μέρος μιας προσπάθειας εγκαθίδρυσης ενός ισλαμικού κράτους σε έναν Λίβανο διασπασμένο από εμπόλεμες πολιτοφυλακές».
Τα όπλα, η χρηματοδότηση και η στρατηγική κατεύθυνση της Χεζμπολάχ συνδέονται ρητά με την Τεχεράνη. Μια τέτοια σχέση μετατρέπει τις ενέργειες της Χεζμπολάχ από αυθόρμητα, μεμονωμένα περιστατικά σε στοιχεία μιας ευρύτερης περιφερειακής στρατηγικής. Όταν η Χεζμπολάχ δρα, δεν είναι απλώς μια τοπική τρομοκρατική ομάδα που λαμβάνει στρατηγικές αποφάσεις —είναι μια επέκταση της γεωπολιτικής ατζέντας μιας περιφερειακής δύναμης.
Όταν εξετάζονται οι εκεχειρίες ή οι διπλωματικές ρυθμίσεις —για παράδειγμα, η αποδοχή από το Ιράν μιας εκεχειρίας ενώ η Χεζμπολάχ συνέχιζε τις επιθέσεις της— η αντίθεση αποκαλύπτει ότι οποιαδήποτε εκεχειρία που δεν καταφέρνει να περιορίσει τον πιο ισχυρό αντιπρόσωπο του Ιράν παραμένει ατελής. Επιτρέπει στη σύγκρουση να συνεχιστεί με έμμεσα μέσα, από την πίσω πόρτα, διατηρώντας παράλληλα το μόνο πρόσχημα της αποκλιμάκωσης. Τέτοιες συμφωνίες είναι ουσιαστικά άχρηστες.
Συνεπώς, η αντίδραση του Ισραήλ πρέπει να γίνει κατανοητή σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο.
Το Ισραήλ βρέθηκε αντιμέτωπο με συνεχιζόμενες πυραυλικές επιθέσεις από τον Λίβανο και την παρουσία μιας βαριά οπλισμένης ομάδας στα σύνορά του —κατά παράβαση του ψηφίσματος 1701 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, το οποίο είχε ομόφωνα απαιτήσει από τον Λίβανο:
«Τρεις είναι οι ζωτικής σημασίας αρχές για να επιτευχθεί ειρήνη διαρκείας στον Λίβανο: καμία ξένη δύναμη, κανένα όπλο για μη κυβερνητικές πολιτοφυλακές, και καμία ανεξάρτητη αρχή ξεχωριστή από την κεντρική κυβέρνηση. Βάση αυτών των αρχών ήταν η αναγνώριση ότι ενώ η ροή όπλων σε τρομοκρατικές ομάδες όπως η Χεζμπολάχ αποτελεί την πιο άμεση απειλή για τη σταθερότητα στον Λίβανο, το πραγματικό κλειδί για τη μακροπρόθεσμη ειρήνη είναι μια ενδυναμωμένη και ικανή κεντρική κυβέρνηση στη Βηρυτό».
Τίποτα από αυτά, φυσικά, δεν έλαβε χώρα. Αντ' αυτού, η Χεζμπολάχ ουσιαστικά κατέλαβε τον έλεγχο του Λιβάνου, προχωρώντας στην εδραίωση της κυριαρχίας της στον στρατό και τα μέσα ενημέρωσης, καθώς και στην άσκηση βέτο στο υπουργικό συμβούλιο του Λιβάνου. Η Χεζμπολάχ τοποθετήθηκε κατά μήκος των περιορισμένων συνόρων του Λιβάνου με το Ισραήλ, μήκους 80 χιλιομέτρων, και ανέπτυξε περίπου 150.000 ρουκέτες και πυραύλους, που στόχευαν τις πόλεις και τις κωμοπόλεις του Ισραήλ.
Το Ισραήλ, αφού δέχτηκε επίθεση, όπως ήταν αναμενόμενο, ενήργησε για να εξουδετερώσει την απειλή. Οι επικριτές μερικές φορές επικεντρώνονται στην κλίμακα των ισραηλινών επιχειρήσεων, αλλά η κλίμακα από μόνη της δεν είναι το μόνο έγκυρο μέτρο στο οποίο μπορεί κανείς να βασίσει την κρίση του. Το σχετικό ερώτημα είναι το εξής: έχει ένα κράτος το δικαίωμα να αμυνθεί έναντι μιας ένοπλης ομάδας που του επιτίθεται και επιδιώκει ανοιχτά την εξάλειψή του; Με βάση οποιοδήποτε συμβατικό πρότυπο διεθνών σχέσεων, η απάντηση είναι ναι.
Οι επιχειρησιακές τακτικές της Χεζμπολάχ, όπως και αυτές της Χαμάς και άλλων τρομοκρατικών ομάδων, αφορούν την ενσωμάτωση των στρατιωτικώντους υποδομών εντός κατοικημένων περιοχών —κρύβοντας όπλα, διοικητικά κέντρα και επιχειρησιακά όργανα μέσα σε πυκνοκατοικημένες γειτονιές. Αυτή η τοποθέτηση δημιουργεί σκόπιμα ένα τραγικό και σκόπιμο δίλημμα. Με τους στρατιωτικούς στόχους της Χεζμπολάχ να βρίσκονται σε σπίτια, νοσοκομεία και σχολεία, δηλαδή σημεία όπου βρίσκεται άμαχος πληθυσμός, κάθε προσπάθεια εξουδετέρωσής τους ενέχει την τραγική πιθανότητα να κινδυνέψουν αναπόφευκτα οι άμαχοι. Πρόκειται για μια στρατηγική σκόπιμα σχεδιασμένη για να περιορίσει τις αντιδράσεις του Ισραήλ και να προκαλέσει διεθνή αντίδραση εναντίον του.
Η χρήση στρατιωτικών υποδομών εν μέσω άμαχου πληθυσμού παραβιάζει το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και συνιστά έγκλημα πολέμου όταν θέτει σκόπιμα σε κίνδυνο τους αμάχους. Η ευθύνη για αυτά τα εγκλήματα πολέμου βαρύνει αποκλειστικά τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο και τη Χαμάς στη Γάζα, οι οποίες τα ενορχήστρωσαν σκόπιμα. Οποιαδήποτε θύματα προκύψουν δεν μπορούν να κριθούν εκτός αυτού του πλαισίου.
Η παγκόσμια αντίδραση, ωστόσο, αγνοώντας το ποιος είναι πραγματικά υπεύθυνος για αυτά τα εγκλήματα πολέμου —όπως ήταν προγραμματισμένο— ακολουθεί ένα προβλέψιμο και ανησυχητικό μοτίβο. Οι αρχικές επιθετικές πράξεις της Χεζμπολάχ ή της Χαμάς δεν λαμβάνουν καμία προσοχή ή διατυπώνονται με αμφιλεγόμενο τρόπο. Όταν όμως το Ισραήλ ανταπαντά, το αφήγημα αλλάζει δραματικά και γίνονται δηλώσεις του τύπου: «Όλα ξεκίνησαν όταν με χτύπησε κι αυτός!». Αυτό το ψεύτικο παράπονο προκαλεί συμπάθεια, καθώς και ευρεία καταδίκη του Ισραήλ —το οποίο δέχτηκε την επίθεση— και φαρισαϊκές, άστοχες εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση. Πρόκειται για ένα μοτίβο που αντιστρέφει την αιτία και το αποτέλεσμα, και εστιάζει αντ' αυτού στην απάντηση, ενώ υποβαθμίζει —ή αγνοεί— την επιθετικότητα. Μια τέτοια προσέγγιση δεν συμβάλλει στην ειρήνη. Διαιωνίζει με πονηρό τρόπο την παρανόηση των γεγονότων. Πιθανώς υπάρχουν εκείνοι που δεν θέλουν το αποτέλεσμα της σύγκρουσης να ευθυγραμμίζεται με τα γεγονότα.
Για σχεδόν 80 χρόνια, το μικροσκοπικό Ισραήλ αντιμετωπίζει ανοιχτές και επίμονες απειλές κατά της ύπαρξής του από τα περισσότερα από τα 57 μέλη του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας, σε συνεργασία με την υποστήριξη της Ρωσίας και μεγάλου μέρους της Ευρώπης. Οι πρόσφατες επιθέσεις από τον Λίβανο —ανοίγοντας ένα δεύτερο μέτωπο στο βόρειο Ισραήλ, εκτός από αυτό της Χαμάς στο νότο— είναι μια συνθήκη που καμία χώρα δεν θα μπορούσε να ανεχθεί. Η προσδοκία ότι το Ισραήλ θα πρέπει να επιτρέψει στον εαυτό του να ηττηθεί δεν είναι απλώς μη ρεαλιστική, είναι αποκομμένη από τους κανόνες που ισχύουν για όλα τα άλλα έθνη.
Το 2024, η Χεζμπολάχ παραβίασε την εκεχειρία με το Ισραήλ, και επίσης επιτέθηκε το 2025 κατόπιν εντολής του Ιράν. Η αντίδραση του Ισραήλ είναι σύμφωνη με αυτό που θα έκανε οποιοδήποτε κυρίαρχο κράτος αν αντιμετώπιζε επιθέσεις στο έδαφός του και εναντίον του άμαχου πληθυσμού του.
Αν πρόκειται να υπάρξει οποιαδήποτε ουσιαστική συζήτηση σχετικά με τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή, πρέπει να ξεκινήσει με μια ειλικρινή αναγνώριση αυτών των πραγματικοτήτων. Διαφορετικά, οι διεθνείς αντιδράσεις θα συνεχίσουν να παρερμηνεύουν το πρόβλημα, επικρίνοντας τις αντιδράσεις, παραβλέποντας τις αιτίες τους —και συμβάλλοντας στη σύγκρουση αντί στην επίλυσή του.
Ο Δρ Majid Rafizadeh είναι πολιτικός επιστήμονας, αναλυτής με σπουδές στο Χάρβαρντ και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Harvard International Review. Έχει συγγράψει πολλά βιβλία για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί του στην ηλεκτρονική διεύθυνση dr.rafizadeh@post.harvard.edu
